Υπάρχουν επετειακές γιορτές μάλλον βαρετές. Τα παλιά και γνωστά επαναλαμβάνονται σε ένα ακροατήριο που τα έχει ακούσει ήδη πολλές φορές. Η σημερινή συνάντηση δεν πρέπει να εξελιχθεί με αυτόν τον τρόπο. Σήμερα δεν είναι 1981, όταν κέρδισε το ΠΑΣΟΚ για πρώτη φορά τις εκλογές ούτε 1985, 1993, 1996 ή 2000 όταν ξανακέρδιζε τις εκλογές. Ούτε καν βρισκόμαστε στο 1989 όταν έχασε τις εκλογές αλλά συγκράτησε μεγάλο μέρος της δύναμής του. Σήμερα η παράταξή μας, που καθόρισε για τριάντα χρόνια τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, έχει χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά την επιρροή της.
Το σκηνικό θυμίζει, δυο χρονιές κλειδιά, το 1967 και το 1974. Το πραξικόπημα το 1967 πιστοποίησε την ολοκληρωτική αποτυχία της δημοκρατικής παράταξης. Η δημοκρατική παράταξη είχε χάσει το 1967, τέσσερα χρόνια μετά τη θριαμβευτική της νίκη, κάθε κύρος. Είχε παρασυρθεί σε δαιδάλους εσωτερικών διενέξεων από τους παράγοντες του πελατειακού κράτους, παράγοντες που η ίδια είχε αναδείξει και πρόβαλε. Η χώρα βρισκόταν τότε ακυβέρνητη. Παρ’ όλ’ αυτά, κεντρικό θέμα της πολιτικής τότε δεν ήταν η υπέρβαση της μεγάλης οικονομικής και θεσμικής υστέρησης της χώρας, δεν ήταν η μελλοντική προοπτική της, αλλά το μέλλον των αρχηγίσκων των ρουσφετιών και των κομματαρχών τους.
Το 1974 αυτοί που προκάλεσαν την πανωλεθρία του 1967 επανήλθαν στο προσκήνιο, σα να μη συνέβη τίποτα, για να επαναφέρουν στη ζωή τα ίδια παλιά μαγαζιά. Υπήρχαν όμως εκτός από αυτούς και άλλοι, πολλοί, που δεν ήταν διατεθειμένοι να παίξουν το παιχνίδι των ασήμαντων πολιτευτών, των αιώνιων βουλευτών, των πολιτικών που παρά τις επικλήσεις τους στην αλλαγή εργάζονταν για τη διατήρηση-συντήρηση εξασφαλίζοντας έτσι την μέτρια ύπαρξή τους.
Το σκηνικό θυμίζει, δυο χρονιές κλειδιά, το 1967 και το 1974. Το πραξικόπημα το 1967 πιστοποίησε την ολοκληρωτική αποτυχία της δημοκρατικής παράταξης. Η δημοκρατική παράταξη είχε χάσει το 1967, τέσσερα χρόνια μετά τη θριαμβευτική της νίκη, κάθε κύρος. Είχε παρασυρθεί σε δαιδάλους εσωτερικών διενέξεων από τους παράγοντες του πελατειακού κράτους, παράγοντες που η ίδια είχε αναδείξει και πρόβαλε. Η χώρα βρισκόταν τότε ακυβέρνητη. Παρ’ όλ’ αυτά, κεντρικό θέμα της πολιτικής τότε δεν ήταν η υπέρβαση της μεγάλης οικονομικής και θεσμικής υστέρησης της χώρας, δεν ήταν η μελλοντική προοπτική της, αλλά το μέλλον των αρχηγίσκων των ρουσφετιών και των κομματαρχών τους.
Το 1974 αυτοί που προκάλεσαν την πανωλεθρία του 1967 επανήλθαν στο προσκήνιο, σα να μη συνέβη τίποτα, για να επαναφέρουν στη ζωή τα ίδια παλιά μαγαζιά. Υπήρχαν όμως εκτός από αυτούς και άλλοι, πολλοί, που δεν ήταν διατεθειμένοι να παίξουν το παιχνίδι των ασήμαντων πολιτευτών, των αιώνιων βουλευτών, των πολιτικών που παρά τις επικλήσεις τους στην αλλαγή εργάζονταν για τη διατήρηση-συντήρηση εξασφαλίζοντας έτσι την μέτρια ύπαρξή τους.



