Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Ούτε ασήμαντο γεγονός ούτε πολιτική δολοφονία. ---του Παναγή Παναγιωτόπουλου*


Νιώθω πάντοτε άβολα σε αυτές τις περιπτώσεις- ειδικά όταν το θύμα είναι ένα απόλυτο θύμα όπως τώρα με τον Θανάση Καναούτη. Είναι επειδή φέρνω στο νου μου ένα έντονο και ιδιαίτερα προσωπικό ερώτημα που επανέρχεται άτακτα αλλά συχνά. Γιατί μελετώ με τον τρόπο που το κάνω οριακές κοινωνικές και πολιτικές μορφές; Γιατί να είναι μέρος της δουλειάς μου η αποτρόπαιη οδύνη του θανάτου και εν τέλει να με αγγίζει, όχι μόνον ως πολίτη, αλλά και υπαρξιακά ο τραγικός θάνατος σε ένα τρόλεϊ.
 Από νέος ερευνητής ασχολήθηκα με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον ολοκληρωτισμό, τόσο στην περίπτωση του αφανισμού των εβραίων όσο και σε εκείνη του εγκλεισμού των ελλήνων κομμουνιστών και άλλων οργανωμένων ομάδων. Κατόπιν το ενδιαφέρον μου οδηγήθηκε στην ηθική των κομμουνιστών, την ηθικολογία της εσωτερικής του εξουσίας, την διαχείριση του κανονικού με το ακραίο στο ιδιότυπο αυτό και ξεχωριστό ιστορικό σύμπαν. Κατόπιν με το απώτατο πολιτικό όριο που είναι ο πόλεμος και η τρομοκρατία, η φαινομενολογία της αποκαλυπτικής 11ης Σεπτεμβρίου. Ευτυχώς με τον Βαμβακά προσπαθήσαμε να ανασυγκροτήσουμε την ομαλότητα της δεκαετία του 80 φωτίζοντας τις εμφανείς μα ταπεινωμένες από την αριστερή και δεξιά βιβλιογραφία μορφές σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων. Όμως, πάλι οριακά εργαζόμουν με αυτό το πρότζεκτ, στο περιθώριο της επίσημης βιβλιογραφίας και των πολιτικο-πολιτισμικών δογμάτων.


Μετά ήρθαν τα δυστυχήματα και οι κίνδυνοι, το τεχνολογικό ρίσκο, ο ατομικισμός, τα ναυάγια και η πολιτική τους αξιοποίηση. Δεν γνωρίζω τι ξορκίζω με αυτό και τι αναζητώ. Ή μάλλον γνωρίζω μα δεν είναι προς κοινοποίηση, θα ήταν αδιάκριτο. Αυτό όμως που μπορώ να μοιραστώ είναι ότι όσο και αν αποδέχομαι ως μοιραία και αναγκαία την δημοκρατία της γνώμης, την διαδικτυακή ροπή του πολίτη να εκφέρει γνώμη και να προσπαθεί να σχηματίσει ένα γνωστικό πλαίσιο για κάτι, ή έστω να δηλώσει τα συναισθήματά του, παραμένω πάντοτε ελαφρώς ενοχλημένος που μιλούν όλοι για όλα από την ίδια αφετηρία- δεν είναι ίσως ντροπή να πω ότι πριν από λίγο καιρό έγραψα ένα βιβλίο που μάλλον είναι συναφές με το οδυνηρό θέμα των ημερών. Αυτή η παθολογία της δημοκρατίας, που είναι ασφαλώς προτιμότερη από τις αριστοκρατικές και αυταρχικές α-πάθειες, μας κάνει να εκτιμούμε τον λόγο των ειδικών στις σκληρές-μετρήσιμες επιστήμες με τελείως διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στις επιστήμες του ανθρώπου και της κοινωνίας. Για τις τελευταίες η ανοικτότητα της θεματολογίας έχει γίνει χάσμα τεράστιο. Κανένας φοιτητής ή πολίτης δεν έχει γνώμη για ζητήματα παθολογοανατομίας. Όλοι έχουν όμως για το τρόλεϊ του θανάτου και του λαϊκισμού. Δεν μπορώ να αξιολογήσω πόσο δημοκρατικό είναι εν τέλει αυτό, πόσο προωθητικό είναι των σκοπών της δημοκρατίας. Ξέρω ότι είναι κάτι που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Και αναρωτιέμαι αν πρέπει να εκφραστώ ως ειδικός ενός θέματος που, επειδή είναι αντικείμενο δημοκρατικής αντιπαράθεσης, έστω χυδαίας και άθλιας, ανήκει σε όλους. Θα γράψω λοιπόν με κίνητρα ασαφή, αλλά πιστεύω άδολα, μερικές παρατηρήσεις που θα προσπαθήσουν να σταθούν απέναντι στην ερμηνευτική του πολίτη, στην τουιτερογνωμία και στις κομματικές τοποθετήσεις που δεν διατηρούν καμία αξιοπρέπεια και που μας δείχνουν δυστυχώς ότι το πάθος για την εξουσία φωλιάζει μέσα σε κάθε καλό λόγο, πρόθεση, προσποίηση, οδύνη και ότι δεν σταματάει πουθενά! κλπ. Είναι σκόρπιες, δεν αποτελούν εδραιωμένη γνώση, δεν θα ήθελα να κριθούν με επιστημονικούς αυστηρά όρους, αλλά δεν είναι και δημοκρατική γνώμη, συναισθηματοκεντρική έκφραση και ατομικό δελτίο τύπου σαν και αυτά που πολλοί εκδίδουν εδώ μέσα, μικροί ναπολέοντες ενός αποασυλοποιημένου μεγαφρενοκομείου του ρηχού και αν-ερωτικού ναρκισσισμού. Πιθανόν αυτό το σημείωμα να μην με κάνει περισσότερο συμπαθή στα δύο στρατόπεδα: όχι αρκετά αντιλαικιστικό για τους μεν, διεπόμενο από εκσυγχρονιστικές στοχεύσεις για τους δε. Πολύ οικείο συναίσθημα θα είναι για μένα, δυσάρεστο μα υποφερτό.
 1. Η λαθρεπεβίβαση είναι κοινή συμπεριφορά σε όλες τις δυτικές μητροπόλεις εδώ και δεκαετίες. Πρόκειται για μια ήπια παραβατικότητα, χωρίς σημαντικό κοινωνικό στίγμα που ειδικά στους νέους λειτουργεί ως συμμόρφωση σε έναν κομφορμιστικό κανόνα αλληλοαναγνώρισης. Δεν είναι ούτε μεγάλη μαγκιά ούτε καμία αλητεία και δεν απειλεί την κοινή συμβίωση ούτε αναιρεί τους βασικούς κανόνες της. Σπανίως είναι αποτέλεσμα ανέχειας. Έχει να κάνει δε με την αίσθηση του δημοσίου αγαθού και του κοινού που προσφέρουν τα ΜΜΜ ακόμα και όταν αυτά είναι ιδιωτικά. Είναι μια άσκηση ελευθερίας και ένας φιλικός κατά κανόνα αγώνας του νέου με την εξουσία. Μια εκμάθηση ορίων, μια εμπειρία διακινδύνευσης και μικρής προσβολής των μεγαλυτέρων που πληρώνουν. Ο νέος υποκειμενικοποιείται μέσα από την ανάληψη αυτού του μικρού κινδύνου και του παιχνιδιού με την μικρο-εξουσία αυτή. Οι μαζικές μετακινήσεις έτσι και αλλιώς δεν αποτελούν επιλογή και εξ αυτού δεν μπορούν να κρατούνται από τους απόλυτους κανόνες της αγοράς. Το κυψέλη-παγκράτι δεν μπορεί να είναι δωρεάν αλλά δεν μπορεί να μην είναι και προσβάσιμο.
 Ειδικά τώρα σε μεταβατικές περιόδους, εκεί δηλαδή που ο φορέας αποφασίζει να μειώσει το κόστος της παραβατικότητας (το οποίο μπορεί να θίξει την λειτουργία ενός οργανισμού και πάντως να οδηγήσει σε απαράδεκτες μετακυλήσεις κόστους στους φορολογούμενους) και αναπτύσσει νέες δομές και δράσεις για το θέμα, μπορεί να παρατηρηθούν κρισιακές καταστάσεις. Ο παραβάτης που έχει συνηθίσει τον ήπιο έλεγχο του μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια διαφορετική στρατηγική της επιχείρησης και να συγκρουστεί μαζί της ή να μην αναγνωρίσει την νέα συνθήκη και να καταβληθεί από φόβο. Νομίζω ότι μακροσκοπικά και σε επίπεδο κοινωνικής μορφολογίας, βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο στην Αθήνα και αυτή η μετάβαση ενέχει σοβαρούς κινδύνους, όπως είδαμε με το τραγικό θάνατο του νέου αυτού πολίτη στο Περιστέρι.
 2. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται μια μικρή ιστορική αναδρομή στην κοινωνική ιστορία των σχέσεων επιβάτη και λεωφορείου στην πρωτεύουσα. Πολύ σύντομα και πρόχειρα: τα λεωφορεία λειτουργούν μέχρι περίπου τις αρχές του 80 με ένα καθεστώς εκχώρησης προσόδου σε μιρκο-ιδιοκτήτες. Μια μορφή που θυμίζει χοντρικώς τα κτελ ή και τα ταξί. Οι ίδιοι μεριμνούν για την είσπραξη. Έχουν δε για τον σκοπό αυτό, αυστηρή στρατηγική εισόδου από μια πόρτα, την πίσω, και το εισιτήριο κόβεται από τον εισπράκτορα. Η συμπεριφορά αυτής της μορφής είναι συχνά άθλια προς του επιβάτες. Θεωρούν την δραστηριότητα τους ιδιωτική αλλά απολαμβάνουν μια μονοπωλιακή θέση που τους έχει εκχωρηθεί. Αστυνομεύουν τους επιβάτες, ψέγουν ενδυματολογικές και ευρύτερες συμπεριφορές. (στον αντίποδα οι εισπράκτορες των τρόλεϊ τα οποία είναι κρατικά είναι πιο ήπιοι και αξιοπρεπείς και γνωρίζουν ότι διαχειρίζονται ένα δημόσιο αγαθό και έναν δυνάμει δημόσιο χώρο) Είναι μια Ελλάδα που φεύγει για να αντικατασταθεί από μιαν άλλη, δημοκρατική και πλουραλιστική αλλά ταυτόχρονα διαβρωτική της οικονομικής λογικής και της ανάπτυξης. Είναι όχι τόσο η κρατικοποίηση που αλλάζει τα δεδομένα αλλά η επίσημη και βαθιά λαϊκιστική επιλογή του ΠΑΣΟΚ να καταργήσει τους εισπράκτορες μα και το εισιτήριο το ίδιο! Την απόδειξη πληρωμής. Να καλλιεργήσει το συναίσθημα του δωρεάν για μια υπηρεσία πολύ χαμηλής ποιότητας και την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά σε ότι αφορά τα δημόσια αγαθά. Η είσοδος μεταφέρεται στη μπροστινή πόρτα, βάζεις το ποσό σε ένα πλαστικοσιδερένιο κουτί, δεν ελέγχεσαι για το τι βάζει μέσα, άπειροι δεν πληρώνουν παρά μόνον με τσιμεντωμένα καπάκια μπύρας, ο ένας δίνει ρέστα στον άλλον, μουντή κοινωνικότητα μεταξύ αγνώστων, ελλήνων που αποξενώνονται υπό σοσιαλιστική σημαία. Το πρωί το μέσο είναι δωρεάν, πτωχοί και λιγότερο πτωχοί πληρώνουν μηδέν δραχμές. Αργότερα ήρθε το εισιτήριο, μέχρι και σήμερα και ουσιαστικά ο έλεγχος έγινε τυχαίος, ανύπαρκτος κάποιες περιόδους, το δε πρόστιμο για πολύ καιρό αρκετά συμφέρον για όποιον έκανε ένα βασικό υπολογισμό: άμα κάθε μέρα δεν πληρώνω και με πιάσουν δυο φορές μέσα στη χρονιά θα πληρώσω λιγότερα απ ότι αν πλήρωνα κάθε μέρα κλπ. Με την κρίση όμως τα πράγματα πήραν άλλη τροπή και έγιναν αρκετά πιο σκληρά. Η ελλειμματικοί οργανισμοί έπρεπε να εξορθολογιστούν για να επιβιώσουν. Η κοινωνική διαπραγμάτευση για το θέμα, για το πως θα εξορθολογιστούν, δεν έγινε. Δεν υπήρχε χρόνος επειδή η τρόικα απειλούσε προφανώς, υπάρχουν όμως πολλοί ακτιβιστές που έπαιξαν το παιχνίδι με τη δική τους ατζέντα. Ποιό θα ήταν ο άξονας μιας τέτοιας κουβέντας; Σε ποιό ποσοστό πρέπει να επιδοτείται ένας τέτοιος οργανισμός ώστε να διασφαλίζεται ο σκοπός του (η παροχή φθηνής, αποτελεσματικής και αξιοπρεπούς αστικής μετακίνησης) χωρίς να αδικείται εκείνος που δεν είναι χρήστης του, είτε στην Αθήνα είτε αλλού, και όλα αυτά σε συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης με την απειλή της αύξηση του κομίστρου και την πραγματοποίησή της σε πρώτη φάση. Οι αρμόδιοι δεν εξηγούσαν και τα έριχναν και αυτοί στο μνημόνιο, οι κυνικοί έφτιαξαν το δεν πληρώνω. (να σημειώσουμε πάντως ότι η πρώτη όσμωση αριστερού και ακροδεξιού ριζοσπαστισμού έγινε σε κάποια διόδια πολύ πριν τις πλατείες στο πλαίσιο των πρώτων κινητοποιήσεων κατά των διοδίων- που είναι παρεμφερής αλλά αρκετά διαφορετική εν τέλει υπόθεση με εκείνη των ΜΜΜ). Η πολιτική μείωσης της παραβατικότητας που ακολουθείται μέσω ελέγχων αποσκοπεί στη διατήρηση των τιμών των εισιτηρίων.
 3. Το τραγικό γεγονός με τον θάνατο του πολίτη στο Περιστέρι πρέπει μακροσκοπικά να εξεταστεί με αυτούς τους όρους, μιας κρίσης, μιας σεκάνς διαντιδραστικής που γεμίζει πολύ γρήγορα από μικρά ατυχήματα, λάθη, προβλήματα και εν τέλει μέσα από μια σειρά μικρογεγονότων οδηγεί στον θάνατο. Πιο συγκεκριμένα μια συνηθισμένη συμπεριφορά (η άρνηση του ελεγχόμενου) που φέρνει έναν νέο άνθρωπο σε μια οριακή στιγμή του και καταλήγει σε δράμα επειδή ο ελεγκτής δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την κρίση που προκαλείται αντικειμενικά από την άρνηση του ελεγχόμενου. Επιμένω ότι πρόκειται για μια συνήθη και μικρής έντασης παραβατικότητα που δεν έχει να κάνει με την οικονομική κρίση παρά μόνον στο μέτρο που αξιοποιείται ένθεν και ένθεν του πολιτικού διπόλου για τους γνωστούς σκοπούς. Το γεγονός είναι πάντως βαρύ και ενδέχεται να επαναληφθεί αν επικρατήσει δημόσια ή ιδιωτικά (μπορεί δημόσια να φαίνεται σήμερα μια συναισθηματική ταύτιση με τον παραβάτη αλλά τα μνησίκακα ιδιωτικά συναισθήματα μπορεί κάλλιστα και στα ίδια πρόσωπα που εμφανώς αγανακτούν να λειτουργεί αντίστροφά) η μια ή η άλλη πρόσληψη του γεγονότος. Αν δηλαδή δεχτούμε ότι δεν υπάρχει πλέον αναλογική δικαιοσύνη και ότι ο παραβάτης της πιο μικρής παράβασης μπορεί και να θανατώνεται ή αν αντιθέτως δικαιώνουμε την έννοια του παραβάτη (ο συγκεκριμένος άνθρωπος, δικαιώνεται ούτως ή άλλος διότι πέθανε τελείως άδικα) και προκαλούμε και άλλες παραβάσεις καθιστώντας τες ηρωικές πράξεις κατά των εχθρών μας. Για να μην επιοικιστεί το ανθρώπινο δράμα από την υπερπολιτικοποίηση και εν τέλει χαθεί μια ακόμα ευκαιρία αυθεντικού εκδημοκρατισμού και ειρήνευσης αυτού του δημοσίου χώρου, που είναι ένα λεωφορείο (ναι εν πολλοίς σε τέτοια μέρη κρίνεται η συνύπαρξή μας) θα πρέπει οι πολίτες να απαιτήσουν την πλήρη γνώση του περιστατικού, να παρακολουθήσουν την προ-και-δικαστική διαδικασία και να αναζητήσουν όλες τις ειδικές διαστάσεις του δράματος καθώς και να επιμείνουν στην απόδοση ευθυνών ή στην ολοκληρωτική απόδειξη ότι δεν υπάρχουν εαν συμβεί αυτό. Το να αποδίδεις στην ανθρώπινη φύση ή στην ελληνική οικογένεια ή στην κακή ανατροφή τω παιδιών ευθύνες ή να φυσικοποιείς ένα τέτοιο δυστύχημα είναι το ίδιο ρηχό και βλακώδες και αντιδημοκρατικό με το να λες ότι φταίει το μνημόνιο και ότι όλα θα πρέπει να είναι δωρεάν, για όλους, πάντα παντού κλπ.
 4. Δεν έχω γνώση των γεγονότων αλλά μπορώ να θέσω μερικά ερωτήματα που θα διέλυαν την υπερπολιτικοποίηση του γεγονότος και στην πραγματικότητα θα έδειχναν ότι στα δυστυχήματα ποτέ δεν υπάρχει ένας απλός λόγος, μια μοναδική αιτία και εξηγηματικός παράγοντας: ο νέος αυτός άνθρωπος δεν έχασε τη ζωή του επειδή ήταν απείθαρχος σε έναν απλό έλεγχο ή επειδή ήταν θύμα της προπαγάνδας του δεν πληρώνω. Ο νέος αυτός άνθρωπος δεν έχασε τη ζωή του επειδή ήταν ένας πεινασμένος άνεργος που τον βασάνισε ένας γκεσταπίτης. Η απάντηση σε ένα πλήθος ερωτημάτων, θα διέλυε τον τουιτεροελιτισμό της δήθεν κοινής λογικής όσο και την υποκριτική κραυγή και τις φαντασιώσεις περί κράτους έκτακτης ανάγκης και της υποταγής μας στη χούντα των ελεγκτών, μνημονίων, τσολιάδων γερμανών κλπ.
 5. - Ως πολίτες πρέπει να αναρωτηθούμε αν αποδεχόμαστε ή όχι τον έλεγχο εισιτηρίων. Μπορούμε να μην τον αποδεχτούμε ως αρχή. Θα πρέπει σε αυτή την περίπτωση να γνωρίζουμε από που θα γίνουν περικοπές, οι οποίες θα είναι πολύ μεγάλες, για να μην πληρώνουμε. - -Πρέπει επίσης να δούμε αν υπάρχει ένα ορθολογικό μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης στις εκπτώσεις που γίνονται σε ειδικές μερίδες επιβατών, είναι επαρκή αυτά τα κοινωνικά κριτήρια; Πχ πίσω από την γενική κατηγορία άνεργοι δεν υπάρχει ένα είδος αναγκών και ένας τύπος ανθρώπου που ζητά εργασία. Γενικευτική παροχολογία δεν βοηθάει στην δίκαιη και αναλογική βοήθεια προς εκείνους που την δικαιούνται.
 - Πρέπει να μάθουμε ποιά είναι τα πρωτόκολλα ελέγχου που εφαρμόζουν οι ελεγκτές και ποιά είναι η εκπαίδευσή τους και η εποπτεία τους. Για παράδειγμα υπάρχει κάπου η αρχή της προφύλαξης; Η στρατηγική επιλογή εκείνη που θέλει τον ο έλεγχος εγκαταλείπεται όταν η κατάσταση γίνεται κρισιακή και επικίνδυνη. Και τι εφάρμοσε ο συγκεκριμένος ελεγκτής σε αυτή τη περίπτωση; (διαισθητικά νομίζω ότι σε αυτό το σημείο βρίσκεται το κλειδί που ανοίγει την πόρτα των ευθυνών για το θάνατο του θύματος). Υπάρχει περίπτωση ο ελεγκτής να λειτούργησε εκτός πρωτοκόλλου (αν υποθέσουμε ότι υφίσταται κάτι τέτοιο) και να επιτέθηκε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο θύμα; Να χαρακτήρισε ηθικά και να απείλησε το θύμα; και αν ναι, κάτι τέτοιο πέρα από την προσωπική ευθύνη του, εκείνη της διοίκησης μεταφράζει την αυταρχική στροφή που λαμβάνει η ελληνική κοινωνία ή πρόκειται για ένα περιστατικό που μας φέρνει πιο κοντά στην αστική σκληρότητα του δυτικού μοντέλου ελέγχου το οποίο όλοι όσοι έχουν ζήσει στην Ευρώπη έχουν δει να αναπτύσσεται πολύ δυναμικά με την ανοχή της κοινωνίας σε όλα τα δίκτυα μεταφοράς; Υπάρχει τέλος ψυχοκοινωνική μέριμνα σε αυτές τις επιχειρήσεις και ποιά είναι η εταιρική κουλτούρα εκεί;
 - Ο «εθελοντικός» έλεγχος ως ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων είναι θεμιτός και πολιτισμένος τρόπος εφαρμογής της συγκεκριμένης στρατηγικής; Τι είδους ιδιωτικοποίηση είναι αυτή και πόσο αυξάνει την επικινδυνότητα το ιδιοτελές κίνητρο ελέγχου και διαπίστωσης παράβασης;
 - πρέπει να μάθουμε τι ακριβώς έγινε με την ακινητοποίηση του οχήματος. Η τεχνική πραγματογνωμοσύνη ίσως έχει πολύ περισσότερα να πει από όλες τις ιδεολογικές κραυγές και τις ηθικές ερμηνείες για το γεγονός.
 - Υπάρχει διασπορά ψευδών ειδήσεων από συγκεκριμένα μέσα; Και αν ναι μας αφορά κάτι τέτοιο; Υπάρχει προσβολή νεκρού από το ίντερνετ; Υπάρχει απειλή κατά της ζωής από το ίντερνετ; (το θέμα είναι περιφερειακό αλλά είναι παράξενο ότι το ίντερνετ παραμένει να έχει δικαστική ασυλία για τα πάντα, η κουλτούρα του ψόφα δεν είναι αστεία υπόθεση)
 - Τέλος και ουσιαστικότερο: η υπερπολιτικοποίηση της κοινωνικής διαχείρισης των δυστυχημάτων είναι πάντοτε ατελέσφορη ως προς την ασφάλεια και την ευημερία των ανθρώπων, δεν βοηθάει στη διαλεύκανση μιας τέτοιας υπόθεσης, αποσπά την προσοχή από τους πραγματικούς ενόχους και φτιάχνει μεγάλους εχθρούς, σχεδόν αόρατους. Συνεργεί ουσιαστικά στην συγκάλυψη. Υπηρετεί δε πάντοτε αλλότριους σκοπούς, εξουσιαστικούς και ξένους προς το δικαίωμα των νεκρών και των συγγενών τους στην δικαίωση της μνήμης τους και των πολιτών προς την μη-επανάληψη τραγικών γεγονότων.

 6. Η προσωπική μου θέση είναι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης. Η άμεση απεμπλοκή σε περίπτωση αύξησης του κινδύνου σε μια τέτοια διαντίδραση. Που σημαίνει ότι αυτοί οι έλεγχοι οφείλουν να διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες εμπλοκής και ότι αυτοί πρέπει να αποσκοπούν στην μέγιστη προστασία των εμπλεκομένων και από τις δύο πλευρές. Ο έλεγχος εισιτηρίων και η διαπίστωση παράβασης δεν είναι μια μορφή αστυνομικής σύλληψης (αν και σε κάποιες χώρες έχουν εκχωρηθεί αστυνομικές αρμοδιότητες τέτοιου τύπου με τα ανάλογα μέσα και τους σχετικούς κανόνες εμπλοκής) και απαιτούν την στοιχειώδη αποδοχή του όλου σχήματος από τον ελεγχόμενο. Μια νομιμοποίηση έστω παθητική και δύσθυμη.
 7. Συνοδευτικά όμως και για να είναι κάτι τέτοιο εφικτό θα πρέπει να στιγματίζεται η κοινωνική παρότρυνση στη παράβαση. Τα κινήματα τύπου «δεν πληρώνω» δεν μπορούν να έχουν θέση στον δημόσιο διάλογο ούτε να είναι συνοδοιπόροι εκείνων που διεκδικούν με δημοκρατικά μέσα την εξουσία, ορκισμένοι υπηρέτες στην ευημερία του λαού. Αντιθέτως ένα κίνημα για την διαφάνεια και την δίκαιη κατανομή εκπτώσεων στα ΜΜΜ ακόμα και αν δεν θα αποφέρει αντιμνημονιακές δάφνες και προσωπικά οφέλη θα είναι πολύ περισσότερο χρήσιμο και δημοκρατικό. Οι καταναλωτικές οργανώσεις λάμπουν δια της απουσίας τους εκ νέου. Ο ελιτισμός της δήθεν κοινής λογικής και ο λαϊκισμός της επανάστασης με δανεικά είναι κοντινές στάσεις: εμπεριέχουν αυταρχισμό, δεν νομιμοποιούνται σταθερά και δεν παράγουν τίποτε χρήσιμο, δεν προσφέρουν ένα νέο πλαίσιο νοηματοδότησης σε μια κοινωνία που βίαια αναγκάζεται να αλλάξει και δεν προστατεύουν τη ζωή μας, είναι ναρκισσισμοί με σαδιστικό πρόσημο, βαθιά τιμωρητικές ιδεολογίες που καλούν σε αρχαϊκή αντιμετώπιση των σύγχρονων δημοκρατικών προβλημάτων. Απέναντι σε αυτές τις θανατηφόρες και μισανθρωπικές έξεις η κριτική σκέψη, η επιστημονική γνώση και το παραγωγικό ζεύμα καχυποψίας για την ιδεολογική χρήση του δυστυχήματος και για την πολιτικοποίηση του-καλής πίστης για την διαφανή δικαστική διαδικασία, που μόνον η δημοκρατία μπορεί να καλλιεργήσει, είναι η πιο ουσιαστική απάντηση. Ο θάνατος στο τρόλεϊ δεν ήταν ούτε ένα ασήμαντο περιστατικό ούτε μια πολιτική δολοφονία. Όλα τα δυστυχήματα έχουν κάτι να μας πουν για την κοινωνία μας. Αρκεί να μην ακούμε τις φωνές των σκοταδόψυχων, των νάρκισσων και των πολιτικάντιδων-δύσκολο πράγματι, μιλάμε για πολύ κόσμο και για φλύαρο κόσμο.


Από το φ/β 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου