Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Δίχως πολιτική αναγέννηση είναι αδύνατη η ριζική διοικητική μεταρρύθμιση ---του Χαρίδημου Τσούκα

Για όποιον χρειαζόταν αποδείξεις, τώρα τις έχουμε απτές: ο λόγος που η βαρύγδουπη «επανίδρυση του κράτους» παρέμεινε επί δεκαετίες κενόλογη προεκλογική διακήρυξη είναι πιο σαφής από ποτέ: η ριζοσπαστική διοικητική μεταρρύθμιση κοστίζει πολιτικά. Ποια κυβέρνηση θα τολμούσε να συγκρουστεί με τα οργανωμένα συμφέροντα υλοποιώντας συνολικές διοικητικές αλλαγές, οι οποίες και θα περιόριζαν την πελατειακή-κομματοκρατική ισχύ της, αλλά και θα της κόστιζαν σημαντικά σε ψήφους;
Βέβαια, οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις ένοιωθαν υποχρεωμένες να εμφανίζονται ενίοτε ότι υιοθετούν καλές διοικητικές πρακτικές, στο μέτρο που, στο ευρωπαϊκά προσανατολισμένο πολιτικό σύστημα, ο «μεταρρυθμισμός» απέφερε ιδεολογικά πλεονεκτήματα. Συγχρόνως, όμως, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αναιρέσουν το πνεύμα τους (π.χ. ΑΣΕΠ-συμβασιούχοι). Η βέλτιστη στρατηγική των εκάστοτε κυβερνώντων υπήρξε η αναπαραγωγή του υφιστάμενου καθεστώτος διοικητικής φαυλότητας.


Τώρα, υπό την πίεση των δανειστών, η ελληνική κυβέρνηση αρχίζει διστακτικά να δρα ως εργοδότης. Αρχίζει, επιτέλους, να σκέφτεται τα στοιχειώδη: πόσους υπαλλήλους χρειάζεται, με τι προσόντα, και σε ποιές θέσεις. Τι είναι αυτό που, κατ’ αρχήν, χαρακτηρίζει έναν εργοδότη; Η ευθύνη του για τη διαρκή εκλογίκευση της εργασιακής διαδικασίας με σκοπό τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη χρήση υλικών και ανθρώπινων πόρων. Συνολική εκλογίκευση του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης ουδέποτε επιχειρήθηκε, καθόσον επέφερε βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος, ενώ τα οφέλη θα επέρχονταν μακροπρόθεσμα και, πιθανότατα, θα τα πιστώνονταν άλλοι. Το κράτος κατέληξε να λειτουργεί περισσότερο ως όχημα λαθρεπιβασίας και λιγότερο ως υπεύθυνος εργοδότης. Γι αυτό η δημόσια διοίκηση βρίθει τόσο πολλών εξοργιστικών ανορθολογικών πρακτικών που έχουν αρχίσει, επιτέλους, να συζητούνται και να προβληματίζουν. (Τελευταία εσοδεία: για τους 8 μαθητές του Γυμνασίου Αγίου Ευστρατίου ήταν διορισμένοι 27 εκπαιδευτικοί!).

Δίχως την πίεση των δανειστών οι κυβερνήσεις μας δεν θα είχαν ισχυρά κίνητρα να επιχειρήσουν ριζικές αλλαγές στο κράτος. Ακόμα και τώρα, δείτε πώς οι εγχώριοι πολιτικοί εθισμοί υποδέχονται τις αναπόφευκτες διοικητικές αλλαγές: τα υπουργεία δρουν ως ημιανεξάρτητα καπετανάτα, οι υπουργοί ολιγωρούν για τη διαθεσιμότητα, ο κομματισμός συνεχίζεται, δεν υπάρχει κανένα Ελληνικό σχέδιο συνολικής μεταρρύθμισης. Το ομολόγησε ένα από τα αναρίθμητα τέκνα του ελληνικού παλαιοκομματισμού, ο κ. Κεδίκογλου: «[τις διαθεσιμότητες εκπαιδευτικών με μεταπτυχιακούς τίτλους] τις κάναμε γιατί το ζήτησε η τρόικα»! Δηλαδή: εμείς δεν παίρνουμε πρωτοβουλίες, δεν έχουμε σχέδιο, κάνουμε μόνο ό,τι μας ζητάνε – κι αυτό με καθυστέρηση (και, φυσικά, κόστος)! Είπαμε: για το πολιτικό μας σύστημα η στρατηγική προδιάθεση είναι: «ανάβαλε για αύριο αυτό που πρέπει να κάνεις σήμερα».

Οι διοικητικές αλλαγές δεν είναι απλώς διευθετήσεις τεχνοκρατικού τύπου ― αν ήταν, θα αρκούσε η εισήγηση μιας έγκυρης εταιρίας συμβούλων. Η δομή και λειτουργία του κράτους αντανακλά την αυτο-κατανόηση μιας οργανωμένης πολιτικής κοινότητας. Μια κοινότητα που αυτο-κατανοείται κυρίως με όρους πελατειακών σχέσεων ή, αντιθέτως, με όρους αξιοκρατικού επαγγελματισμού, οργανώνει αντιστοίχως και τη διοίκησή της. Το δικό μας δράμα είναι ότι οι αξίες που υποστηρίζουν τις πρακτικές της επαγγελματικής διοίκησης, επειδή δεν απέκτησαν βαθιές ρίζες στο πολιτικό μας οικοσύστημα, εμφανίζονται (και αντιμετωπίζονται) ως ετερόνομες: μας επιβάλλουν οι ξένοι πώς να οργανωθούμε ορθολογικά. (Όχι για πρώτη φορά, φυσικά!).

Δείτε όμως την αντίφαση. Διοικητικά, το κράτος πειθαναγκάζεται από τους δανειστές να ενεργήσει ως ορθολογικός εργοδότης: να αναδιοργανώσει υπηρεσίες και οργανισμούς, να αξιολογήσει, να μετατάξει, να κινήσει πειθαρχικές διαδικασίες, να απολύσει. Πολιτικά, όμως, το κράτος εξακολουθεί να κυβερνάται από εκείνα τα κόμματα που, με τις φαύλες κυβερνητικές πρακτικές τους, οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Οι αντιφάσεις είναι ορατές παντού. Από τη μια το κράτος διατείνεται ότι θα αξιολογήσει με ορθολογικά κριτήρια όσους βγουν στη διαθεσιμότητα, ενώ από την άλλη διαιωνίζει τις ανορθολογικές πρακτικές της κομματοκρατίας. Δύο από τους κρισιμότερους δημοσιονομικά οργανισμούς της χώρας, τον ΟΑΕΔ και τον ΕΟΠΠΥ, διοικούν «γαλάζιοι» κομματάνθρωποι. Τα δύο μεγαλύτερα λιμάνια της χώρας έχουν επικεφαλής γνωστά «πράσινα» κομματικά στελέχη. Και φυσικά, όταν ψάχνει για εκπρόσωπο στην Παγκόσμια Τράπεζα, το κράτος μας αδυνατεί να βρει κάποιον καλύτερο από τον κ. Παπουτσή! Το υπαλληλικό πόπολο υπάγεται απότομα στον (ετερόνομο) διοικητικό ορθολογισμό, ενώ οι κομματικές ελίτ συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμια του (αυτόχθονος) ανορθολογισμού της κομματοκρατίας.

Πώς αίρεται η αντίφαση της συνύπαρξης του ετερόνομου διοικητικού ορθολογισμού και του αυτόχθονος πολιτικού ανορθολογισμού; Πρώτα-πρώτα με την επίγνωση της αντίφασης. Και, στη συνέχεια, με την αυτόβουλη ανάληψη κόστους από τους κυβερνώντες. Μόνο όταν ο επίδοξος μεταρρυθμιστής δείξει εμπράκτως ότι αυτο-περιορίζεται ―ότι δρα, δηλαδή, με καθολικής ισχύος ορθολογικά κριτήρια και όχι με επιμεριστικά κριτήρια κομματικού οφέλους―, θα σηματοδοτήσει την απαρχή μιας καινούριας νοοτροπίας. Με λίγα λόγια: υπόσχεσαι ορθολογική αξιολόγηση στους άλλους; Ξεκίνα από τον εαυτό σου! Η ριζική διοικητική μεταρρύθμιση συμβαδίζει με την πολιτική αναγέννηση.

από το http://mhmadas.blogspot.gr

από το http://htsoukas.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου