Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Τα δύσκολα μονοπάτια της ΔΗΜΑΡ ---του Στάθη Κουρνιώτη

Η απόφαση της ΔΗΜΑΡ να αποχωρήσει από την κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2013 άλλαξε δραματικά την παρουσία του κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή. Για κάποιους, σίγουρα για την ηγετική ομάδα της ΔΗΜΑΡ που έλαβε την απόφαση, η κίνηση αυτή αποτελεί υπεράσπιση των πολιτικών θέσεων του κόμματος και, επομένως, λογικό βήμα, δεδομένης της πολιτικής της κυβέρνησης και της επικυριαρχίας της ΝΔ σε αυτή. Για κάποιους άλλους, εντός αλλά και εκτός των γραμμών της ΔΗΜΑΡ, η κίνηση αυτή αποτελεί υποχώρηση σε σχέση με ένα από τα βασικά συνθήματα δημιουργίας του κόμματος πριν τρία μόνο χρόνια, που μιλά για «κυβερνώσα» αριστερά. Πέρα από τους κραδασμούς που επήλθαν στην κομματική βάση του ίδιου του κόμματος, υπήρξαν και σημαντικές επιδράσεις σε γειτονικούς πολιτικούς χώρους. Είναι προφανές ότι η κίνηση άλλαξε τα πράγματα στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο στον κυβερνητικό ανασχηματισμό που ακολούθησε, αναβάθμισε το ρόλο του και μετά και τις τελευταίες καλοκαιρινές δημοσκοπήσεις, θέλει να προβάλει και πάλι ως ο κυρίαρχος πολιτικός χώρος στην κεντροαριστερά.



Είναι επίσης προφανές ότι το θέμα επίσης ενδιαφέρει το ΣΥΡΙΖΑ στο σχεδιασμό των συμμαχιών του για να μπορέσει να συγκροτήσει κυβέρνηση μετά από μια πιθανή νίκη του στις επόμενες εκλογές, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με τις θέσεις που έλαβε στο τελευταίο του συνέδριο όπου με σημαντική πλειοψηφία οι σύνεδροι αποφάσισαν ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει εντός της Ευρωζώνης και να αναδιαπραγματευτεί το μνημόνιο, θέσεις κοντινές σε εκείνες που και η ίδια η ΔΗΜΑΡ εξέπεμπε ένα χρόνο πριν. Όμως, η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ έχει τελικά θετικό αντίκτυπο και στην εικόνα του πρωθυπουργού, ο οποίος τουλάχιστο επικοινωνιακά, κέρδισε τη μάχη και φαίνεται ως εκείνος που μπορεί να συγκρουσθεί και να επιβάλλει μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν κάποιος θεωρεί μεταρρύθμιση το παροδικό κλείσιμο της ΕΡΤ, τον ακραίο τρόπο με τον οποίο αυτό έγινε και το προωθούμενο νέο καθεστώς λειτουργίας της δημόσιας τηλεόρασης. Τέλος, και ίσως αυτό είναι σημαντικότερο για την ίδια τη ΔΗΜΑΡ, η κίνηση της αποχώρησης από την κυβέρνηση προβλημάτισε με διαφορετικούς τρόπους, όλες εκείνες τις ομαδοποιήσεις της κεντροαριστεράς, της πολιτικής οικολογίας και του φιλελεύθερου χώρου, ομαδοποιήσεις που είναι μεν πολιτικά αδύναμες , ωστόσο, θεωρούνται σημαντικές για την προσπάθεια, ανασύστασης μιας σοβαρής κεντροαριστεράς στη χώρα, στο βαθμό που κάποιος θεωρεί ότι μια τέτοια ανασύσταση είναι σημαντική και μπορεί να συμβάλλει θετικά στην ανανέωση του εγχώριου πολιτικού συστήματος.
Το θέμα της ΕΡΤ από μόνο του δεν ήταν η αιτία για την αποχώρηση, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι στις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί της αποχώρησης, ο Σαμαράς είχε κάνει μια σειρά από υποχωρήσεις όπως γρηγορότερη εφαρμογή του νέου πλαισίου για τη δημόσια τηλεόραση, η λειτουργία στο ενδιάμεσο διάστημα ενός τυπικού τηλεοπτικού προγράμματος και, η μεταφορά της πλειοψηφίας των εργαζομένων (περίπου 2000 ή 75% του συνόλου) στο νέο ραδιοτηλεοπτικό σχήμα. Αντίθετα, τους τελευταίους μήνες γινόταν όλο και περισσότερο φανερό ότι η ΔΗΜΑΡ είχε σημαντικό πρόβλημα να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Πολλές φορές οι υπουργοί της είχαν δεχτεί κριτική (και μέσα από το ίδιο το κόμμα) για αδυναμία πολιτικών πρωτοβουλιών και έλλειψη αποτελεσματικότητας. Παράλληλα, η ΔΗΜΑΡ παρουσίαζε φανερή αδυναμία κατάστρωσης και επικοινωνίας ενός πολιτικού σχεδίου που θα της έδινε τη δυνατότητα αφενός να απευθυνθεί στην κοινωνία με ένα διακριτό λόγο και να δημιουργήσει σταθερές κοινωνικές συμμαχίες και αφετέρου να επιδιώξει να πετύχει πολιτικές κινήσεις εντός της κυβέρνησης που θα αποδείκνυαν ότι το πολιτικό της σχέδιο είναι ρεαλιστικό και εν δυνάμει αποτελεσματικό.
Ο βασικός ρόλος που επιδιώχθηκε από την ίδια τη ΔΗΜΑΡ για τον εαυτό της περιλάμβανε τη λογική του αναχώματος. Τη λογική μιας δημοκρατικής αριστερής δύναμης που θα ελέγχει την κυβέρνηση, θα την εμποδίζει να προχωρήσει σε βίαιες πολιτικές κινήσεις και σε αντιστάθμισμα θα αυξάνει το πολιτικό και ηθικό της έρεισμα στην κοινωνία. Αυτός ο ρόλος εγκλώβισε πολιτικά τη ΔΗΜΑΡ. Πολύ σύντομα να υπενθυμιστεί ότι η ΔΗΜΑΡ δεν ψήφισε το τελευταίο μνημόνιο, παρά το γεγονός ότι ήταν στην κυβέρνηση και είχε συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις, αρνήθηκε το κλείσιμο της ΕΡΤ, χωρίς ωστόσο να προτείνει μια άλλη λύση, ίσως τη λύση των προτάσεων Αλιβιζάτου – Μόσιαλου, με τους οποίους, ειρήσθω εν παρόδω αισθάνεται πολιτικά κοντά, αρνήθηκε την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ (προτείνοντας απλά να συνεχίσει τη λειτουργία της ως έχει), αρνήθηκε την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ (αλλά μόνο αφού ξεκίνησαν οι σχετικές διαδικασίες και χωρίς να προσπαθήσει να εκφράσει ένα περιεκτικότερο πολιτικό λόγο σε σχέση με τη διαχείριση του νερού), συμμετείχε ενεργά στην αναδιάρθρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά εξέπεμπε τουλάχιστο δύο διαφορετικές απόψεις, μίας μέσω του υφυπουργού της και μια άλλη μέσω των ανακοινώσεων του τομέα παιδείας του κόμματος, πάλεψε σκληρά το θέμα του ειδικού τέλους ακινήτων αλλά με πολύ μικρά κέρδη, έλαβε καθαρή θέση κατά της απόλυσης ΔΥ και τέλος, στα υπουργεία που έλεγχε δεν κατάφερε να κάνει οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί δείγμα γραφής μιας προοδευτικής διοικητικής μεταρρύθμισης (οργανογράμματα υπουργείων, αξιολόγηση εργαζομένων, εξορθολογισμός φορέων, κλπ).
Τους τελευταίους μήνες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν μικρή αλλά σταθερή διολίσθηση και επιβράβευση ενός νέου δικομματισμού μεταξύ της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια εποχή που η σκληρά δοκιμαζόμενη κοινωνία αναζητά λύσεις, η ΔΗΜΑΡ έχει περιχαρακωθεί σε μια συζήτηση περί δημοκρατίας, νομιμότητας και προϋποθέσεων, μια συζήτηση που δεν συγκινεί κανένα γιατί δεν δίνει προοπτική σε κανένα ενώ παράλληλα, απαντά στα θέματα που τίθενται μόνο συγκυριακά, χωρίς η απάντηση αυτή να αποτελεί τμήμα ή λογική επαγωγή από ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Η συμμετοχή στην κυβέρνηση ήταν το αντίβαρο έλλειψης πολιτικού σχεδίου με την έννοια ότι η πραγμάτωση του συνθήματος «κυβερνώσα αριστερά» απαιτεί ανάληψη ευθύνης για ρεαλιστικές προτάσεις που θα υλοποιούν τον πολιτικό σχεδιασμό. Αν αυτός ο τελευταίος είναι ακόμη πρωτόλειος λόγω της εφηβικής περιόδου του κόμματος, υπήρχε η ελπίδα σύντομα να ωριμάσει και να εκφραστεί. Αντίθετα, η αποχώρηση από την κυβέρνηση φάνηκε ότι ορίζει μια νέα περίοδο αναζήτησης μιας χαμένης «αριστερής ψυχής», δηλαδή μιας διαδικασίας ομφαλοσκόπησης και εσωστρέφειας, ιδιαίτερα προσφιλούς σε όλα τα κόμματα της αριστεράς στην Ελλάδα. Οι δημοσκοπήσεις που έγιναν αμέσως μετά την αποχώρηση από την κυβέρνηση έδειξαν ότι η κοινωνία δεν ανέχεται πια τέτοιες στάσεις. Η εκλογική επιρροή της ΔΗΜΑΡ μειώθηκε αυτόματα κατά περίπου 30 - 40% και έφτασε στο όριο της κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Ακόμη χειρότερα, αμέσως μετά την αποχώρηση υπήρξαν αναφορές στελεχών της ΔΗΜΑΡ που έδειχναν μάλλον ανακούφιση. Έδειχναν επίσης μια πολιτική στροφή σε συζητήσεις περί «αριστερής κυβέρνησης» με το ΣΥΡΙΖΑ αλλά και μια άρνηση της πραγματικότητας της κοινωνικής βάσης του κόμματος καθώς η δραματική μείωση της εκλογικής επιρροής μεταφράστηκε ως συγκυριακή (στην καλύτερη περίπτωση) ή ακόμη και ως αποτέλεσμα συνομωσίας των δημοσκοπικών εταιριών (στη χειρότερη) και, σε κάθε περίπτωση, θεωρήθηκε ότι η ηγεσία της ΔΗΜΑΡ λαμβάνει άλλα μηνύματα από την κοινωνία και έτσι μπορεί πιο γνήσια σε σχέση με κάθε δημοσκοπική εταιρία να δει ότι οι πολιτικές της αποφάσεις επικροτούνται.
Τα μεγάλα κόμματα έχουν όραμα για την κοινωνία και πολιτικό σχέδιο για να το υλοποιήσουν. Τα μεγάλα δημοκρατικά κόμματα είναι εκ των πραγμάτων πολυσυλλεκτικά. Έχουν την ικανότητα να ενσωματώνουν διαφορετικές απόψεις και να τις συνθέτουν δημιουργικά σε μια κοινή συνισταμένη στρατηγική. Τελικά, το πολιτικό τους σχέδιο πρέπει να πείθει την κοινωνία και στους καιρούς που ζούμε, η κοινωνία πείθεται από το συγκεκριμένο και όχι από το γενικό που εκπέμπει αδυναμία πολιτικής λειτουργίας. Η ΔΗΜΑΡ έχει μπροστά της λίγο μόνο χρόνο και θα πρέπει να τον αξιοποιήσει. Η διαμόρφωση ενός πολιτικού σχεδίου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας για βαθιές τομές και αλλαγές. Η πολιτική του αναχώματος έχει την εγγενή αδυναμία ότι δεν προτείνει το νέο που πρέπει να αντικαταστήσει το παλιό, εκείνο το παλιό που οδήγησε τη χώρα στην κρίση και την κρατά καθηλωμένη σε αυτή. Ωστόσο, η ΔΗΜΑΡ έχει εν πολλοίς χάσει τη δυνατότητά της να προχωρήσει αυτόνομα στην διατύπωση πολιτικής πρότασης. Οι δρόμοι που ανοίγονται είναι δύο και είναι μάλλον προφανείς. Ή η ΔΗΜΑΡ θα διολισθήσει στην λογική της αριστερής κριτικής στο σύστημα και, τελικά, θα απορροφηθεί πολιτικά από το ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και αν συνεχίσει να υπάρχει ως κόμμα ή θα αποτελέσει μια από τις συνιστώσες της δημιουργίας μιας νέας κεντροαριστερής πρότασης που θα μπορέσει να χτίσει κοινωνικές συμμαχίες και να διεκδικήσει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή. Ο πρώτος δρόμος απαιτεί απλά μια απόφαση και θα είναι σχεδόν οριστικός μετά και τη διεκπεραίωση του συνεδρίου που έχει αναγγελθεί για το χειμώνα. Ο δεύτερος είναι πολύ πιο δύσκολος γιατί απαιτεί τη συμμετοχή σε ένα οργανωμένο διάλογο, αξιοπιστία των διαλεγόμενων, συγκεκριμένες προτάσεις και σύνθεση των διαφορετικών απόψεων. Με άλλα λόγια, η ΔΗΜΑΡ καλείται να αποδείξει ότι δεν έχει φτάσει στα πολιτικά της όρια ή ότι έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τον εαυτό της και να συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία ενός δημοκρατικού κεντροαριστερού πολιτικού χώρου που θα αναλάβει την ευθύνη να οδηγήσει τη χώρα στην μεταμνημονιακή εποχή. Σε αυτή την περίπτωση, το χειμώνα δεν πρέπει να γίνει το δεύτερο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ αλλά το ιδρυτικό συνέδριο της νέας κεντροαριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου